Το γαλανό μου αγόρι έμοιαζε μια σταλιά, μέσα στο μεγάλο καθιστικό ...;.
Κ ι ήταν η γιορτή του γαμώτο ...;.η γιορτούλα του ...;.
Μοναχός του ...;με τη νταντά ...;έτρωγε το βραδινό του, ...;ένα πιάτο φαγητό πάνω στο τραπέζι , κρέας με πατάτες ...;.και τίποτα άλλο ...;.σ ένα τραπέζι που φάνταζε μίζερο και φτωχό ...;.στρωμένο χωρίς αγάπη, από απλή υποχρέωση ...;ένα πιάτο φαγητό για να φάει απλά κι όχι γιατί γιόρταζε γαμώτο ...;.
Σαν άνοιξε η πόρτα, με κάρφωσε με τα μελαγχολικά του μάτια, χωρίς να κουνηθεί από τη θέση του ...;.κι ας είχε τόσες μέρες να με δει ...;.
Δεν ήρθε να κλειστεί στα δυό μου χέρια να βρει τρυφεράδα κι αγάπη ...;.μόνο με κοίταξε τρώγοντας ...;.
«Θα φύγεις αμέσως?» Με ρώτησε ...;.και συνέχισε να τρώει ...;.
Ένοιωσα τόσο παγωμένη, τόσο φοβισμένη, τόσο στην άκρη της ζωής του, της μέρας του, της μέρας της γιορτής του γαμώτο που ήθελα να κάνω μεταβολή και να φύγω κλαίγοντας ...; ...;
Εκείνος ταξίδι, εκείνη στο γραφείο, κι εσύ, δεν είχες πάρει ούτε καν τηλέφωνο να πεις χρόνια πολλά ...;.
Και ολονών σας ήταν η ζωή σας ...;..
Μόνο που «η ζωή σας», γιόρταζε τη γιορτούλα του μόνος του, μ ένα ξερό πιάτο φαγητό μπροστά του σε ένα μεγάλο άδειο καθιστικό, με μια ξένη γυναίκα για συντροφιά, και με μένα να στέκω τρομαγμένη , παγωμένη με τα δώρα στα χέρια ...;.ακόμα στα χέρια , γιατί το γαλανό μου αγόρι δεν έτρεξε να τα πάρει, σαν άλλες φορές. Δεν έτρεξε να ανοίξει τα δέματα, να δει τα παιγνίδια, να βγάλει μικρά επιφωνήματα χαράς , δεν έτρεξε να μ αγκαλιάσει , μόνο με ρώτησε ...;. «θα φύγεις αμέσως?» ...;.
Και γώ δεν ήξερα που να κρύψω τις ενοχές , όχι τις δικές μου, αλλά όλων των άλλων, που ξαφνικά μου φορτώθηκαν στις πλάτες κι έγειρα από το βάρος τους και γονάτισε η ψυχή μου και προσκύνησε τούτο το μοναχικό μελαγχολικό πλασματάκι που πια δεν ήταν το μωρό μου αλλά ένα αντράκι 8 χρονών που με ζύγιαζε σε μια ανελέητη ζυγαριά και μένα και όλους μας, και μας έφτυνε ...;..ένα αντράκι που μεγαλώνει μοναχό του, σ ένα μεγάλο σπίτι , δεν έχει τη συναναστροφή άλλων παιδιών,.. για το καλό του, δεν μαλώνει , δεν ματώνει δεν γελάει, δεν παίζει στις παιδικές χαρές,.. για το καλό του, δεν έρχεται να μείνει τα σαββατοκύριακα στη γιαγιά , ...; για το καλό του, δεν ήρθε ούτε μια φορά στο εξοχικό , ...; για το καλό του και που παίζει με φανταστικούς φίλους, τον Μπεν Τεν, κι όλα εκείνα τα τερατόμορφα πλάσματα των παιδικών dvd, και ξέρει απ έξω όλα τους τα δυσπρόφερτα ονόματα, γιατί δεν ξέρει κανένα Γιάννη, Κώστα, Νίκο, ...; για το καλό του ...; ...;
Κι ύστερα ήρθε η παρατήρηση από την ξένη γυναίκα ...;.μην περπατάς ξιπόλητος ...;.θα βήχεις πάλι και θα πρέπει να πάρεις αντιβίωση ...;..
Και το γαλανό αγόρι, έγινε ξαφνικά ένας απελπισμένος άντρας ...; ...;.άρχισε να κλαίει και να φωνάζει, μ΄ένα ξέσπασμα που με έστειλε στην κόλαση ...; ...;
Φτάνει πια , μη με μαραίνεις άλλο ...;.μη με μαραίνεις άλλο ...;.έλεγε και ξανάλεγε μέσα απ τους λυγμούς του ...;..
Ναι λουλουδάκι μου ...;.σε μαράναμε καρδούλα μου ...;.και μαραθήκαμε κι εμείς ψυχή μου ...;σκόνη στον άνεμο και σκορπίσαμε γίναμε άντρα μου, και συ το νοιώθεις με κείνη τη διαίσθηση σου που με σκοτώνει ...;.ότι σκορπίσαμε και σ αφήσαμε σε κείνο το μεγάλο καθιστικό, μ ένα ξερό πιάτο φαί, με μια ξένη γυναίκα να γιορτάζεις τη γιορτούλα σου ...; ...;παρέα με τον Μπεν Τεν ...; ...;
Συγνώμη ματάκια μου , συγνώμη ...;.συγγνώμη γαμώτο ...; ...;.κι ας ήμουν εκεί ...;.με είχες κάνει ήδη πέρα ...;και μένα σαν τους αλλους ...;..